Παρασκευή 5 Οκτωβρίου 2012

Ιστορία μιας φώκιας


Πάντοτε συμπαθούσα τις φώκιες, ιδίως από τότε που άκουσα στην Ολλανδία την ιστορία που θα σας διηγηθώ. Είναι πραγματική, αν πιστέψει κανείς τους Ολλανδούς. Αυτά τα ζώα είναι τα σκυλιά των ψαράδων. Έχουν κεφάλι μολοσσού, μάτι βοϊδίσιο και μουστάκια γάτας. Την περίοδο του ψαρέματος ακολουθούν τις βάρκες και κυνηγάνε το ψάρι, όταν ο ψαράς αστοχεί ή το αφήνει να του ξεφύγει. Το χειμώνα είναι πολύ κρυουλιάρες και σε κάθε ιγκλού ψαρά βλέπεις να τριγυρνάει και μία, που συνήθως πιάνει την καλύτερη θέση μπροστά στη φωτιά, περιμένοντας το μερίδιό της απ' ό,τι βράζει στη χύτρα.
Ένας ψαράς και η γυναίκα του περνούσαν μεγάλες φτώχειες -η χρονιά ήταν πολύ κακή- και, όταν δεν υπήρχε πια λέπι, ο ψαράς λέει στη γυναίκα του: "Αυτό το βρομόψαρο τρώει την μπουκιά απ' το στόμα των παιδιών μας. Μου 'ρχεται να το πάρω και να το πετάξω στη θάλασσα? ας πά' να βρει τους όμοιούς του? αυτοί ξέρουν κάτι τρύπες και ξεχειμωνιάζουν, χωμένοι κάτω από φύκια κι όλο και ξετρυπώνουν κανένα ψάρι για φαΐ".
Η γυναίκα του ψαρά έπεσε γονατιστή μπροστά στον άντρα της και τον παρακαλούσε να λυπηθεί τη φώκια. Η σκέψη, όμως, των παιδιών της που 'χαν ξελιγωθεί από την πείνα κατεύνασε γρήγορα αυτή την κρίση μεγαλοψυχίας. Τα χαράματα ο ψαράς έβαλε τη φώκια μέσα στη βάρκα του κι αφού ξανοίχτηκε μερικές λεύγες την ξεμπάρκαρε σ' ένα ξερονήσι. Η φώκια άρχισε να παίζει χαζοχαρούμενα με τις άλλες φώκιες και ούτε που πήρε είδηση πως η βάρκα έφευγε.
Ο ψαράς γύρισε στην καλύβα του με την καρδιά ραγισμένη απ' το χαμό της συντρόφου του. Μόλις μπήκε μέσα, βρήκε τη φώκια να στρογγυλοκάθεται μπροστά στη φωτιά και να στεγνώνει τη γούνα της. Άντεξαν την πείνα για λίγες μέρες ακόμα. Μετά ο ψαράς, αλαλιασμένος απ' τις φωνές των παιδιών του που ζητούσαν φαΐ, αποφάσισε να δράσει πιο δυναμικά. Αυτή τη φορά, ξανοίχτηκε πολύ βαθιά στη θάλασσα και πέταξε τη φώκια στο νερό, μακριά απ' τις ακτές. Η φώκια προσπαθούσε απεγνωσμένα να γαντζωθεί από την κουπαστή με τα πτερύγιά της που μοιάζουν με χέρια. Ο ψαράς, εκνευρισμένος, της κοπανάει μια με το κουπί, με αποτέλεσμα να της σπάσει το ένα πτερύγιο. Η φώκια έμπηξε κάτι τσιριχτά σαν άνθρωπος και χάθηκε μες στο νερό, που βάφτηκε κόκκινο απ' το αίμα της.
Ο ψαράς γύρισε σπίτι του ψυχικό ράκος. Αυτή τη φορά η φώκια δεν τον περίμενε κάτω απ' την καμινάδα. Την ίδια νύχτα, όμως, ακούστηκαν φωνές έξω στο δρόμο. Ο ψαράς νόμιζε ότι κάποιον σκοτώνουν και βγήκε να βοηθήσει το θύμα. Μπροστά στην πόρτα βρήκε τη φώκια που 'χε συρθεί μέχρι το σπίτι και φώναζε γοερά, υψώνοντας στον ουρανό το ματωμένο της πτερύγιο. Τη μάζεψαν, την περιποιήθηκαν κι ούτε που ξανασκέφτηκαν ποτέ να τη διώξουν απ' το σπίτι? άλλωστε, από εκείνη τη στιγμή, η ψαριά ήταν κάθε φορά και καλύτερη.
Ζεράρ ντε Νερβάλ,
Ερωτήσεις κατανόησης 1. Για ποιο λόγο ο άνθρωπος-ψαράς επιδιώκει να απαλλαγεί από τη φώκια; Πώς επιδρά αυτό στην ψυχολογία του; 2. Πώς αντιδρά το ζώο-φώκια απέναντι σ' αυτή τη συμπεριφορά του ανθρώπου; 3. Το τέλος της "Ιστορίας μιας φώκιας" σε ποιες σκέψεις σάς οδηγεί για τη συνύπαρξη ανθρώπου και ζώου;

Εὐγένιος Τριβιζᾶς - Ἕνα δέντρο, μιὰ φορά



Διήγημα, δημοσιεύθηκε στὴν ἐφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, Ἰούλιος 2007
(μετὰ τὶς μεγάλες πυρκαϊὲς σὲ Πάρθνηθα καὶ Ὑμηττό)

Τὸ δέντρο
Σ᾿ ἕνα ἄχαρο πεζοδρόμιο μιᾶς πολύβουης πολιτείας ἦταν κάποτε ἕνα ἄσχημο παραμελημένο δέντρο. Κανεὶς δὲν τὸ πρόσεχε. Κανεὶς δὲν τὸ φρόντιζε. Κανεὶς δὲν τοῦ ἔδινε τὴν παραμικρὴ σημασία. Τὰ φύλλα του εἶχαν μαραζώσει, εἶχαν πέσει ἀπὸ καιρὸ κι εἶχε ἀπομείνει γυμνό, σκονισμένο καὶ καχεκτικό.
Ποτὲ δὲν εἶχε γνωρίσει τοῦ δάσους τὴ δροσιά. Δὲν εἶχαν κελαηδήσει ποτὲ στὰ φύλλα του πουλιά, μὲ δυσκολία νὰ τὸ ἄγγιζε ποῦ καὶ ποῦ κάποια πονετικὴ ἡλιαχτίδα ποὺ γλιστροῦσε στὰ κρυφὰ ἀνάμεσα στὶς μουντὲς καὶ ἄχαρες πολυκατοικίες ποὺ τὸ περιστοίχιζαν.
Οἱ περαστικοὶ διάβαιναν δίπλα του μὲ ἀδιαφορία, βλοσυροὶ καὶ βιαστικοί, χωρὶς νὰ τοῦ δίνουν καθόλου σημασία, μερικοὶ μάλιστα πετοῦσαν ἀποτσίγαρα, φλούδια ἀπὸ κάστανα καὶ λερωμένα χαρτομάντηλα κι ἄλλοι φτύνανε στὸ χωμάτινο τετραγωνάκι γύρω ἀπὸ τὴ ρίζα του.
Καὶ σὰ νὰ μὴν ἔφταναν ὅλα αὐτά, κατάλαβε ἀπὸ κάτι μηχανικοὺς μὲ σκοῦρες καμπαρντίνες καὶ κρεμαστὰ μουστάκια, ποὺ ἔσκυβαν καὶ μουρμούριζαν κι ὅλο μετροῦσαν σκυθρωποί, ὅτι θὰ πλάταιναν τὸ δρόμο πλάι του. Κι ἂν συνέβαινε αὐτό, τί τύχη τὸ περίμενε; Θὰ τὸ πελέκιζαν, θὰ τὸ ξερίζωναν; Θὰ τὸ πετοῦσαν μήπως στὰ σκουπίδια;
Ἐκεῖνο τὸ χριστουγεννιάτικο δειλινὸ τὸ δέντρο αἰσθανόταν πιὸ παραμελημένο, πιὸ παραπονεμένο ἀπὸ ποτέ. Στὰ ὁλόφωτα παράθυρα γύρω του διέκρινε ἀνάμεσα ἀπὸ τὶς κουρτίνες χριστουγεννιάτικα ἔλατα, ποὺ χαρωπὰ παιδιὰ τὰ στόλιζαν μὲ κόκκινα κεριά, καμπανοῦλες, ἀγγελούδια, ἀσημένια πέταλα καὶ γιορτινὲς γιρλάντες καὶ ζήλευε. Ζήλευε πολύ. Πόσο θὰ ἤθελε νὰ εἶναι ἔτσι κι αὐτό. Χριστουγεννιάτικο ἔλατο στὴ θαλπωρὴ ἑνὸς σπιτιοῦ. Νὰ τὸ φροντίζουν, νὰ τὸ στολίζουν, νὰ τὸ καμαρώνουν...
Τὸ παιδί
http://users.uoa.gr/~nektar/arts/prose/eygenios_tribizas_ena_dentro1_small.gifἮταν κι ἕνα παιδί. Τὶς μέρες ἔκανε δουλειὲς τοῦ ποδαριοῦ. Τὰ βράδια κοιμόταν στὸ πάτωμα ἑνὸς κρύου πλυσταριοῦ στὴν αὐλὴ ἑνὸς ἐγκαταλελειμμένου κτιρίου μὲ ἑτοιμόρροπα μπαλκόνια. Κανεὶς δὲν τὸ πρόσεχε. Κανεὶς δὲν τὸ φρόντιζε. Κανεὶς δὲν τοῦ ἔδινε τὴν παραμικρὴ σημασία. Τὰ μάγουλά του εἶχαν χλωμιάσει, τὰ χέρια του εἶχαν ροζιάσει, τὰ μάτια του εἶχαν γεμίσει θλίψη.
Ποτὲ δὲν εἶχε γνωρίσει τὴ ζεστασιὰ μιᾶς ἀγκαλιᾶς, τὴ θαλπωρὴ ἑνὸς ἀληθινοῦ σπιτιοῦ.
Ἐκεῖνο τὸ κρύο χριστουγεννιάτικο βράδυ τὸ ἀγόρι αἰσθανόταν πιὸ παραμελημένο, πιὸ παραπονεμένο ἀπὸ ποτέ, γιατί εἶχε μάθει ὅτι μετὰ τὶς γιορτὲς θὰ κατεδάφιζαν τὸ μιζεροκτίριο μὲ τὸ πλυσταριὸ καὶ δὲν θά ῾χε ποῦ νὰ μείνει.
Τυλιγμένο στὸ τριμμένο του παλτό, κοιτοῦσε ἀπ᾿ τὰ φωτισμένα παράθυρα τὰ λαμπερὰ σαλόνια μὲ τὰ γκὶ καὶ τὰ μπαλόνια, τὶς φρουτιέρες μὲ τὰ ρόδια καὶ τὰ χρυσωμένα κουκουνάρια, ἔβλεπε γελαστὰ ἀγόρια καὶ κορίτσια νὰ κρεμοῦν στὰ χριστουγεννιάτικα δέντρα πλουμίδια ἀστραφτερὰ καὶ ζήλευε. Ζήλευε πολύ, πόσο θά ῾θελε νὰ στόλιζε κι αὐτὸ ἕνα ἔλατο σὲ κάποιου τζακιοῦ τὸ ἀντιφέγγισμα, μὲ τὰ δῶρα ὑποσχέσεις μαγικὲς ὁλόγυρά του...
Πῶς τό ῾φερε ἡ τύχη ἔτσι κι ἐκεῖνο τὸ χριστουγεννιάτικο βράδυ καὶ συναντήθηκαν κάποια στιγμὴ τὸ δέντρο ἐκεῖνο κι ἐκεῖνο τὸ παιδί...
Ἡ συνάντηση
Ἐκεῖνο τὸ δειλινὸ τὸ παιδὶ γυρνοῦσε ἄσκοπα στοὺς δρόμους τῆς πολύβουης πολιτείας. Κάθε τόσο σταματοῦσε σὲ κάποια βιτρίνα. Κόλλαγε τὴ μύτη του στὸ τζάμι καὶ κοιτοῦσε μὲ μάτια ἐκστατικὰ ὅλα ἐκεῖνα τὰ λαχταριστά, σὲ μιὰ βιτρίνα λόφοι ἀπὸ μελομακάρονα, κουραμπιέδες καὶ πολύχρωμα τρενάκια φορτωμένα μὲ σοκολατάκια, σὲ μιὰ ἄλλη ζαχαρένιοι Ἁγιο-Βασίληδες μὲ μύτες ἀπὸ κερασάκια καὶ μία παραμυθένια πριγκίπισσα ἀπὸ πορσελάνη νὰ κοιτάζει ἀπὸ τὸ ἁψιδωτὸ παράθυρο ἑνὸς φιλντισένιου κάστρου καὶ λίγο παρακάτω, σὲ μιὰ ἄλλη βιτρίνα, μιὰ ὀνειρεμένη τρόικα μὲ ἕναν πρόσχαρο ἁμαξά, μολυβένια στρατιωτάκια μὲ κόκκινες στολὲς καβάλα σὲ ἄλογα πιτσιλωτὰ νὰ καλπάζουν στοιχισμένα στὴ σειρὰ καὶ στὸ βάθος ἕνα ὀπάλινο παλάτι σὲ μία χιονισμένη στέπα.
Ἔτσι ὅπως περπατοῦσε μὲ τὰ μάτια στραμμένα στὶς καταστόλιστες βιτρίνες, ἔπεσε ἄθελά του πάνω σ᾿ ἕναν περαστικὸ μὲ καμηλὸ παλτὸ καὶ γκρενὰ κασκὸλ ποὺ γύριζε στὸ σπίτι του φορτωμένος μὲ σακοῦλες καὶ πακέτα ποὺ φύγανε ἀπὸ τὰ χέρια του, σκόρπισαν στὸ δρόμο ἐδῶ καὶ κεῖ. Τὸ παιδὶ ἔχασε τὴν ἰσορροπία του, γλίστρησε, τὸ κεφάλι του χτύπησε μὲ φόρα στὸ πεζοδρόμιο, ἔνιωσε μία σκοτοδίνη. Ὁ περαστικός τοῦ ῾βαλε ὀργισμένος τὶς φωνές, τὸ κατσάδιασε γιὰ τὰ καλά.
Τὸ ἀλητάκι σηκώθηκε, τό ῾βαλε στὰ πόδια, κατηφόρισε παραπατώντας ἕνα σοκάκι μὲ μία ὑπαίθρια ἀγορά, ἔστριψε ἕνα δυὸ στενὰ καὶ βρέθηκε στὸ δρόμο μὲ τὸ παραμελημένο δέντρο. Σταμάτησε λαχανιασμένο νὰ πάρει ἀνάσα, ἀπὸ τὰ φωτισμένα παράθυρα, τὰ χνωτισμένα, ἀχνοφαίνονταν τὰ γιορτινὰ σαλόνια μὲ τὰ ἔλατα τὰ στολισμένα.
- Ὄμορφα δὲν εἶναι; Ἀκούει τότε μιὰ φωνή.
Ἦταν τὸ δέντρο τοῦ δρόμου.
- Πολύ. Ἀποκρίθηκε τὸ παιδί, χωρὶς νὰ παραξενευτεῖ καθόλου ποὺ ἕνα δέντρο μιλοῦσε, τοῦ ἄρεσε νὰ τοῦ μιλάει κάποιος χωρὶς νὰ τὸ σπρώχνει, χωρὶς νὰ τὸ κατσαδιάζει, χωρὶς νὰ τὸ ἀποπαίρνει.
- Στόλισέ με! - ψιθύρισε τὸ δέντρο - Στόλισέ με καὶ ἐμένα ἔτσι!
- Μακάρι νὰ μποροῦσα! Πικρογέλασε τὸ παιδί.
- Προσπάθησε, σὲ παρακαλῶ. Ἴσως αὐτά, ξέρεις, νά ῾ναι τὰ στερνά μου Χριστούγεννα, νὰ μὴν δῶ ἄλλα.
- Γιατί τὸ λὲς αὐτό;
- Ἄκουσα ὅτι θὰ πλατύνουν τὸ δρόμο, πελέκι ἢ ξεριζωμὸς μὲ περιμένει, ἕνα ἀπὸ τὰ δυό... Δὲν εἶμαι σίγουρο ἀκόμα.
Τὸ παιδὶ σκέφτηκε ὅτι θὰ κατεδάφιζαν τὸ ἑτοιμόρροπο κτίριο μὲ τὸ ξεχαρβαλωμένο πλυσταριό, τὸ καταφύγιό του. Σὲ λίγο δὲν θά ῾χε οὔτε ῾κεῖνο ποῦ νὰ μείνει. Σὲ κάποιο χαρτόκουτο ἴσως;
- Στόλισέ με! Παρακάλεσε ἄλλη μιὰ φορὰ τὸ δέντρο. Τὸ παιδὶ κοίταξε ὁλόγυρά του.
- Μὲ τί; Ἀπόρησε.
- Ὅ,τι νά ῾ναι... κάτι θὰ βρεῖς ἐσύ!! Δὲν μπορεῖ.
- Καλά... Ἀφοῦ τὸ θέλεις τόσο πολύ, κάτι θὰ βρῶ νὰ σὲ στολίσω...
Συμφώνησε τὸ παιδὶ κι ἄρχισε νὰ ψάχνει.
Τὰ στολίδια
http://users.uoa.gr/~nektar/arts/prose/eygenios_tribizas_ena_dentro2_small.gifἘκείνη τὴ στιγμή, λὲς καὶ κάτι ψυχανεμίστηκε ὁ οὐρανός, ἔπιασε νὰ χιονίζει, τὸ χιόνι ἔπεφτε πυκνό... Χάδι ἁπαλὸ σκέπαζε ἀνάλαφρα μὲ πάλλευκες νιφάδες στὰ ὁλόγυμνα κλωνιὰ τοῦ παραμελημένου δέντρου.
Πῆρε τότε τὸ μάτι τοῦ παιδιοῦ κάτι νὰ ἀστράφτει λίγο παραπέρα. Μιὰ παρέα πλουσιόπαιδα, ποὺ εἶχαν περάσει ἀπὸ τὸ δρόμο λίγο νωρίτερα, εἶχαν πετάξει χρωματιστὰ χρυσόχαρτα ἀπὸ τὶς καραμέλες ποὺ ἔτρωγαν μὲ λαιμαργία τὴ μία μετὰ τὴν ἄλλη. Τὸ ἀγόρι μάζεψε ἕνα ἕνα τὰ πεταμένα χρυσόχαρτα, τὰ μάλαξε μὲ τὰ δάχτυλά του καὶ ἔπλασε ἀστραφτερὲς πράσινες μπλὲ καὶ βυσσινόχρωμες μπαλίτσες, μετὰ ξήλωσε τὰ κουμπιὰ τοῦ φθαρμένου παλτοῦ καὶ μὲ τὶς κλωστὲς κρέμασε τὶς φανταχτερὲς μπαλίτσες στὰ χιονοσκέπαστα κλωνιὰ τοῦ δέντρου.
- Εὐχαριστῶ! Εἶπε τὸ δέντρο, ἀνατριχιάζοντας ἀπ᾿ τὴ χαρά του.
- Μὲ τί ἄλλο ἄραγε νὰ τὸ στολίσω; Μονολόγησε τὸ παιδί.
Λὲς κι εἶχε ἀκούσει τὰ λόγια του, μιὰ νοικοκυρὰ τρεῖς δρόμους παρακάτω ἄδειασε μὲ φόρα ἀπ᾿ τὸ παράθυρο μιᾶς κουζίνας μία λεκάνη μὲ σαπουνάδα σὲ μία πλακόστρωτη αὐλή. Ὁ ἄνεμος πῆρε ἕνα πανάλαφρο σύννεφο ἀπὸ σαπουνόφουσκες καὶ τὶς ταξίδεψε παιχνιδίζοντας μαζί τους, τὸ ἀγόρι τὶς εἶδε νὰ πλησιάζουν στραφταλίζοντας στὸ φεγγαρόφωτο, τὶς κοίταξε μὲ τέτοια λαχτάρα ποὺ ἐκεῖνες, λὲς καὶ κατάλαβαν τὴν ἐπιθυμία του, ἄφησαν τὸν ἄνεμο νὰ τὶς φέρει ἕνα - δυὸ γύρους καὶ νὰ τὶς κρεμάσει στὰ κλωνιὰ τοῦ δέντρου.
- Ὅσο πάω κι ὀμορφαίνω! Καμάρωσε τὸ δέντρο.
- Σίγουρα ὀμορφαίνεις! Συμφώνησε τὸ ἀγόρι σφίγγοντας γύρω του τὸ παλτὸ γιατὶ ἔκανε πολύ, πάρα πολὺ κρύο...
- Κοίτα! Ἔρχονται!
Ἕνα φωτεινὸ σύννεφο πλησίαζε τρεμοπαίζοντας στὸ σκοτάδι.
- Ἐλᾶτε! Τὶς κάλεσε μὲ τὸ βλέμμα τὸ παιδί.
Καὶ οἱ πυγολαμπίδες, λάμψεις ἀλλόκοσμες, τρεμοσβήνοντας ὀνειρικά, κάθισαν νεραϊδένιες γιρλάντες στὰ κλωνιὰ τοῦ δέντρου.
Τὸ κρύο γινόταν ὅσο πήγαινε πιὸ τσουχτερό. Τὸ χιόνι ἔπεφτε ὁλοένα πιὸ πυκνό. Τὸ ἀγόρι σήκωσε τὰ μάτια του στὸν οὐρανὸ καὶ τότε τὸ εἶδε! Εἶδε τὸ πεφταστέρι κι ἐκεῖνο, λὲς καὶ συνάντησε τὸ βλέμμα του, διέγραψε στὸ σκοτάδι μία φαντασμαγορικὴ χρυσαφένια τροχιὰ καὶ ἀκούμπησε ἀπαλὰ στὴν κορφὴ τοῦ δέντρου.
Καὶ ἦταν τώρα πράγματι ὄμορφο τὸ δέντρο λουσμένο στὸ φεγγαρόφωτο μὲ τὰ χρυσαφένια μπαλάκια νὰ στραφταλίζουν, τὶς σαπουνόφουσκες νὰ σιγοτρέμουν, τὶς πυγολαμπίδες νὰ ἀναβοσβήνουν κέντημα δαντελένιο στὰ χιονισμένα τοῦ κλωνιὰ καὶ τὸ πεφταστέρι ν᾿ ἀνασαίνει χρυσαφένιο φῶς στὴν κορφή του.
- M᾿ ἔκανες τόσο, μὰ τόσο ὄμορφο - εἶπε τὸ δέντρο στὸ παιδὶ - Σ᾿ εὐχαριστῶ πολύ. Σ᾿ εὐχαριστῶ ἀληθινά... Πόσο θά ῾θελα νὰ μποροῦσα νὰ σοῦ χάριζα κι ἐγὼ ἕνα δῶρο...
- Μπορεῖς! Ἀποκρίθηκε τὸ παιδὶ χουχουλίζοντας τὰ χέρια - Ἄσε με, σὲ παρακαλῶ, νὰ καθίσω στὴ ρίζα σου γιὰ λίγο. Νιώθω τόσο, μὰ τόσο κουρασμένο, πονάω... καὶ δὲν ἔχω ποῦ νὰ πάω...
- Ἀμέ! Ἔλα, κάθισε. Κάθισε στὴ ρίζα μου ὅσο θέλεις. Εἶπε τὸ δέντρο.
- Καὶ νὰ δεῖς... Θὰ κάνω ἐγὼ μία εὐχὴ γιὰ σένα.
Τὸ παιδὶ σήκωσε τὸ γιακᾶ, τυλίχτηκε στὸ παλιό του πανωφόρι, κάθισε στὸ χιονοσκέπαστο πεζοδρόμιο, ἀγκάλιασε τὸ κορμὶ τοῦ δέντρου καὶ σφίχτηκε ὅσο μποροῦσε πιὸ κοντά του.
Τὸ ταξίδι
Τὸ χιόνι ἔπεφτε γύρω του. Πάνω του πυκνό. Ὅλο του τὸ σῶμα ἔτρεμε, τὰ χέρια του εἶχαν μουδιάσει, τὰ δόντια του χτυποῦσαν. Ἔκλεισε τὰ μάτια γιὰ νὰ τὰ προστατέψει ἀπὸ τὶς ριπὲς τοῦ χιονιοῦ, ὅταν ξαφνικὰ - τί παράξενο - ἄκουσε ἐκεῖνον τὸν ἦχο... Τὸν ἦχο τὸν χαρμόσυνο! Κουδουνάκια τρόικας! Ἕνα μαστίγιο ἀκούστηκε νὰ κροταλίζει, ἄλογα νὰ καλπάζουν ρυθμικά.
Ἄνοιξε τὰ μάτια. Ἀπίστευτο! Στὰ μελανιασμένα χείλη του ἄνθισε ἕνα χαμόγελο. Ἀπὸ βάθος τοῦ δρόμου, θαμπὰ στὴν ἀρχή, ἀλλὰ ὅλο καὶ πιὸ ξεκάθαρα, τὴν εἶδε. Εἶδε τὴν παραμυθένια τρόικα μὲ τὰ ἀσημένια κουδουνάκια νὰ πλησιάζει φορτωμένη δῶρα διαλεχτά. Τὴν ὁδηγοῦσε ἕνας ροδομάγουλος ἁμαξᾶς μὲ γούνινο σκοῦφο, κόκκινη μύτη καὶ πυκνὴ κυματιστὴ γενειάδα. Πίσω ἀπὸ τὴν τρόικα κάλπαζαν στρατιῶτες μὲ πορφυρὲς στολές, καβάλα σὲ περήφανα ἄλογα στολισμένα μὲ χρυσαφένιες φοῦντες...
Παραξενεύτηκε τὸ παιδί. Πῶς βρέθηκε ἐδῶ αὐτὴ ἡ τρόικα φορτωμένη τόσα δῶρα; Καὶ οἱ καβαλάρηδες; Κάπου τοὺς ἤξερε. Κάπου τοὺς εἶχε ξαναδεῖ!
Ἡ τρόικα σταμάτησε μπροστά του, τὰ ἄλογα χρεμέτισαν, ὁ ἁμαξὰς χαμογέλασε, ἀπὸ τὸ παράθυρο τῆς ἅμαξας πρόβαλε τὸ πρόσωπο τῆς πριγκιποπούλας.
- Τί ὄμορφο δέντρο! - Χαμογέλασε - Ποιὸς νὰ τὸ στόλισε ἄραγε;
- Ἐγώ! Ἀποκρίθηκε τὸ παιδί.
- Ἀλήθεια;
- Ναί.
- Ἔλα μαζί μου τότε. Ἔλα νὰ στολίσεις ἔτσι ὄμορφα καὶ τὸ ἔλατο τοῦ βασιλιᾶ, νὰ ζήσεις στὸ παλάτι μας παντοτινά.
- Δὲν πάω πουθενὰ χωρὶς τὸ δέντρο μου! Ἀπάντησε τὸ ἀγόρι.
Ἡ πριγκιποπούλα ἔδωσε τότε ἐντολὴ καὶ οἱ στρατιῶτες τοῦ βασιλιὰ ἔσκαψαν βαθιά, πήρανε τὸ δέντρο μαζὶ μὲ τὶς ρίζες του καὶ τὸ φύτεψαν σὲ μία πορσελάνινη γλάστρα, μετὰ τὸ φόρτωσαν στὴν τρόικα.
Γελώντας πρόσχαρα, ὁ ἁμαξᾶς ἅπλωσε τὸ χέρι του, βοήθησε τὸ παιδὶ νὰ ἀνέβει στὴν ἅμαξα νὰ κάτσει πλάι του, τὰ ἄλογα στράφηκαν, τὸν κοίταξαν μὲ τὰ μεγάλα τους μάτια καὶ ρουθούνισαν ἀνυπόμονα.
Ὅλα τὰ κτίρια, ὅλα τὰ φανάρια, ὅλες οἱ βιτρίνες, τὰ πάντα, εἶχαν τώρα ἐξαφανιστεῖ. Μπροστά τους ἀνοιγόταν μία ἀπέραντη στέπα κι ἐκεῖ στὸ βάθος μέσα ἀπὸ τὰ διάφανα πέπλα τοῦ χιονιοῦ ἀχνοφαίνονταν μαγευτικοὶ οἱ μεγαλόπρεποι τροῦλοι κι οἱ ἁψιδωτὲς πύλες τοῦ ὀπάλινου παλατιοῦ!
Ὁ ροδομάγουλος ἁμαξᾶς τράβηξε τὰ γκέμια. Κροτάλισε τὸ μαστίγιο, τὰ ἄλογα χύθηκαν χλιμιντρίζοντας μπροστά, καλπάζοντας ὅλο καὶ πιὸ γοργά... λὲς κι εἴχανε φτερά... Σὲ λίγο ἡ τρόικα κι ἡ ἀκολουθία της εἶχαν χαθεῖ στὸ βάθος τῆς χιονισμένης στέπας.
Τὸ χιόνι ποὺ συνέχισε ὁλοένα πιὸ πυκνὸ τὸ σιωπηλὸ χορό του ἔσβησε σχεδὸν ἀμέσως τὰ ἴχνη ἀπὸ τὶς ρόδες καὶ τὰ πέταλα τῶν ἀλόγων..
Λένε οἱ παλιοί...
Λένε οἱ παλιοὶ ὅτι τὸ πεζοδρόμιο ἐκεῖνο ἦταν κάποτε κάπως πιὸ φαρδύ, ὅτι φύτρωνε κάποτε κάποιο δέντρο ἐκεῖ.
Διηγοῦνται ἐπίσης οἱ παλιοὶ ὅτι ἕνα χριστουγεννιάτικο πρωὶ βρῆκαν στὴ ρίζα τοῦ δέντρου ξεπαγιασμένο ἕνα παιδὶ σκεπασμένο ἀπὸ τὸ χιόνι, τυλιγμένο σ᾿ ἕνα τριμμένο παλτὸ χωρὶς κουμπιά, μὲ ἕνα γαλήνιο χαμόγελο, ἕνα χαμόγελο εὐτυχίας ζωγραφισμένο στὸ πρόσωπό του.
Λένε ἀκόμα ὅτι ἀπὸ τότε κάθε παραμονὴ Χριστουγέννων, γύρω στὰ μεσάνυχτα, κάτι παράξενο συμβαίνει, κάτι ποὺ κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ τὸ ἐξηγήσει. Ἕνα σμάρι πυγολαμπίδες τριγυρνοῦν ἐπίμονα τρεμοσβήνοντας σὲ ἐκεῖνο τὸ σημεῖο, λὲς καὶ κάτι ἀναζητοῦν, λὲς καὶ γυρεύουνε νὰ θυμηθοῦνε κάτι, ὅτι ἕνας ἄνεμος ἀναπάντεχος φέρνει, ποιὸς ξέρει ἀπὸ ποῦ, ἀνάλαφρες σαπουνόφουσκες καὶ χρυσόχαρτα ἀστραφτερά, ἐνῷ τὴν ἴδια στιγμὴ ἕνα ὑπέροχο πεφταστέρι διαγράφει στὸν οὐρανὸ μία φαντασμαγορικὴ τροχιὰ καὶ πέφτει στὸ σημεῖο ἀκριβῶς ἐκεῖνο.
Ἔτσι λένε...
Ποιὸς ξέρει;

Η δημιουργία του δασκάλου


Ο Θεός δημιουργούσε δασκάλους. Ήταν στην έκτη μέρα της δημιουργίας και γνώριζε πως ήταν μεγάλη ευθύνη, διότι οι δάσκαλοι θα άγγιζαν τις ζωές πάρα πολλών νεαρών παιδιών που εντυπωσιάζονται εύκολα. Του παρουσιάστηκε ένας άγγελος και του είπε: «Σου παίρνει τόση ώρα να φτιάξεις το καλούπι αυτού του μοντέλου!»

«Ναι, του λέει ο Κύριος, αλλά διάβασες τις προδιαγραφές αυτής της παραγγελίας;»

ΔΑΣΚΑΛΟΣ: «…Πρέπει να στέκεται πάνω από όλους τους μαθητές και την ίδια ώρα να είναι στο ίδιο επίπεδο με αυτούς.
…Πρέπει να είναι ικανός να κάνει 180 πράγματα που δεν έχουν καμία σχέση με το θέμα που διδάσκει
…Πρέπει να ζει με καφέδες, κόκα-κόλα και αποφάγια
…Πρέπει να μπορεί να δώσει γνώσεις σε όλους τους μαθητές καθημερινά και να είναι σωστός  τις περισσότερες φορές
…Πρέπει να έχει περισσότερη ώρα για τους άλλους παρά για τον εαυτό του
…Πρέπει να έχει ένα χαμόγελο που θα διαρκεί έστω κι αν έχει μισθολογικές αποκοπές, προβληματικούς μαθητές και ανήσυχους γονείς.
…Πρέπει να συνεχίσει να διδάσκει ακόμα κι όταν οι γονείς αμφισβητούν κάθε του κίνηση και η διεύθυνση δεν τον υποστηρίζει
…Πρέπει να έχει 6 ζευγάρια χέρια.»
«6 ζευγάρια χέρια;» λέει ο άγγελος, «μα είναι αδύνατο!»
«Το πρόβλημα δεν είναι τα χέρια. Τα τρία ζευγάρια μάτια είναι το πιο δύσκολο!»

Ο άγγελος φαινόταν δύσπιστος, «3 ζευγάρια μάτια …σε ένα απλό μοντέλο;»

Ο Κύριος κούνησε το κεφάλι του, «Ένα ζευγάρι μάτια για να βλέπει το μαθητή όπως είναι, κι όχι όπως οι άλλοι τον χαρακτηρίζουν. Άλλο ζευγάρι μάτια στο πίσω μέρος της κεφαλής του για να βλέπει ό,τι δεν πρέπει να δει, αλλά να γνωρίζει.  Τα μάτια μπροστά είναι μόνο για να βλέπει το παιδί όταν προσπαθεί και για να αντικατοπτρίζουν τη φράση « Σε καταλαβαίνω και πιστεύω σε σένα», χωρίς να χρειάζεται να του πει λέξη.»

«Κύριε αυτό είναι πολύ μεγάλο σχέδιο,» του λέει ο άγγελος, «και πιστεύω ότι καλύτερα να δουλέψεις πάνω του αύριο.»

«Δεν μπορώ,» του απαντά ο Κύριος, «γιατί πλησίασα στο να φτιάξω κάτι που μου μοιάζει… Είναι δηλαδή κάποιος που πηγαίνει στη δουλεία ακόμα κι όταν είναι άρρωστος…διδάσκει παιδιά που δεν θέλουν να μάθουν…έχει ξεχωριστό μέρος στην καρδιά του για παιδιά που δεν είναι δικά του…καταλαβαίνει την πάλη όσων έχουν δυσκολίες…και δεν παίρνει ποτέ τα παιδιά σαν δεδομένο…»

Ο άγγελος κοίταξε πιο προσεκτικά το μοντέλο που έφτιαχνε ο Κύριος. «Έχει πολύ τρυφερή  καρδιά» του λέει.

«Ναι,» λέει ο Κύριος, «αλλά ταυτόχρονα είναι και τόσο σκληρός. Δεν μπορείς να φανταστείς τι μπορεί αυτός ο δάσκαλος να αντέξει ή να κάνει, αν χρειαστεί.»

«Μπορεί να σκέφτεται;» ρώτησε ο άγγελος.

«Όχι μόνο να σκέφτεται,» λέει Κύριος, «αλλά να συλλογίζεται και να συμβιβάζεται».

Ο άγγελος πλησίασε πιο πολύ για να κοιτάξει καλύτερα το μοντέλο κι άγγιξε το δάχτυλό του στο μάγουλο του δασκάλου.

«Λοιπόν Κύριε», λέει ο άγγελος, « η δουλειά σου είναι καλή αλλά υπάρχει διαρροή. Σου το έλεγα εγώ ότι έβαλες πολλά σε αυτό το μοντέλο. Δεν φαντάζεσαι το άγχος που θα’χει πάνω του ο δάσκαλος».  

Ο Κύριος πλησίασε και έπιασε τη σταγόνα υγρασίας από το μάγουλο του δασκάλου. Έλαμπε στο φως.

«Δεν είναι διαρροή,» είπε, «είναι δάκρυ».

«Δάκρυ; Τι είναι αυτό;» ρώτησε ο άγγελος. «Τι χρησιμεύει;»

Ο Κύριος απάντησε με μεγάλη περίσκεψη, «Είναι για τη χαρά και την περηφάνια που βλέπει ένα παιδί να κατορθώνει και τη μικρότερη εργασία. Είναι για τη μοναξιά των παιδιών που δυσκολεύονται να ενταχθούν και για τη  συμπαράσταση στα αισθήματα των γονιών τους. Προέρχεται από το πόνο που νοιώθει γιατί δεν κατάφερε να αγγίξει κάποια παιδιά, και την απογοήτευση που  νοιώθουν αυτά τα παιδιά. Είναι όταν ένας δάσκαλος είχε μια τάξη για ένα χρόνο  και τώρα πρέπει να πει αντίο, αλλά κι όταν ετοιμάζεται να καλωσορίσει μια καινούργια τάξη».

«Πω πω!» λέει ο άγγελος. «Αυτό το δάκρυ τελικά ήταν καλή ιδέα…Είσαι ιδιοφυία!»

Κι ο Κύριος με σοβαρότητα  «Δεν το έβαλα εγώ.» 



Κανόνες Τονισμού της Αρχαίας Ελληνικής


ΦΩΝΗΕΝΤΑ, ΔΙΨΗΦΑ ΦΩΝΗΕΝΤΑ, ΣΥΝΔΥΑΣΜΟΙ
1. Τὰ Βραχέα.
    Τὸ ε καὶ τὸ ο λέγονται βραχύχρονα ἤ βραχέα φωνήεντα.
2. Τὰ Μακρά.
    Τὸ η καὶ τὸ ω λέγονται μακρόχρονα ἤ μακρά φωνήεντα.
    α. Τὰ δίψηφα φωνήεντα (αιειοιυιου) εἶναι ὅλα μακρόχρονα. Ἐξαιροῦνται καὶ εἶναι βραχύχρονα τὸ αι καὶ τὸ οι, ὅταν βρίσκωνται στὸ τέλος τῆς λέξης καὶ δὲν ακολουθεῖ ἄλλο γράμμα.
    β. Τὸ αυ καὶ τὸ ευ εἶναι μακρόχρονα.
3. Τὰ Δίχρονα.
    Τὸ αιυ λέγονται δίχρονα φωνήεντα.
    α. Τὰ δίχρονα α, ι, υ στὴν παραλήγουσα τῶν οὐσιαστικῶν εἶναι βραχύχρονα. Ἐξαιρεῖται τὸ Κωνσταντῖνος.
    β. Τὰ δίχρονα α, ι, υ στὴν παραλήγουσα τῶν ἐπιθέτων εἶναι βραχύχρονα.
    γ. Τὸ (α) στὴ λήγουσα τῶν ἀρσενικῶν καὶ θηλυκῶν ὀνομάτων (οὐσιαστικῶν καὶ τῶν ἐπιθέτων) εἶναι μακρό.
    δ. Τὸ (-α) στὴ λήγουσα τῶν οὐδέτερων ὀνομάτων εἶναι βραχύχρονο.
    ε. Τὸ (-α) στὴ λήγουσα τῶν οὐδέτερων ὀνομάτων (οὐσιαστικῶν καὶ ἐπιθέτων) καὶ τῶν οὐδετέρων ἀντωνυμιῶν εἶναι βραχύ.
    στ. Τὸ (-α) στὴ λήγουσα τῶν ἐπιρρημάτων εἶναι βραχύ.
    ζ. Τὸ ἄτονο (-α) στὴ λήγουσα τῆς ὁριστικῆς τῶν ρημάτων εἶναι βραχύ.
    η. Τὸ (-α) στὴ λήγουσα τῶν ρημάτων, ὅταν τονίζεται, εἶναι μακρόχρονο.
    θ. Τὸ ἄτονο (-α) στὴ λήγουσα τῆς προσταχτικῆς τῶν ρημάτων εἶναι μακρό.
    ι. Τὸ (α) στὴν παραλήγουσα τῶν ρημάτων εἶναι βραχύ. Ἐξαιροῦνται και ἔχουν τὸ (αμακρὸ στὴν παραλήγουσα:
        (1) Οἱ καταλήξεις τοῦ ἑνικοῦ: -ᾶμαι, -ᾶσαι, -ᾶται.
        (2) Οἱ καταλήξεις τοῦ πληθυντικοῦ: -ᾶμε, -ᾶτε, -ᾶνε.
    ια. Τὸ (-ι) στὴ λήγουσα τῶν οὐδετέρων οὐσιαστικῶν εἶναι πάντοτε μακρό.
    ιβ. Τὸ (-ι) καὶ τὸ (-υ) στὴν παραλήγουσα τῶν ρημάτων εἶναι βραχύ.

ΟΙ ΤΟΝΟΙ
4. Ποῦ βάζουμε ὀξεία.
    α. Στὴν προπαραλήγουσα βάζουμε πάντοτε ὀξεία.
    β. Στὴ βραχύχρονη συλλαβή βάζουμε πάντοτε ὀξεία.
    γ. Στὴν παραλήγουσα βάζουμε ὀξεία, ὅταν ἡ λήγουσα εἶναι μακρόχρονη.
    δ. Ἡ ὀνομαστική, ἡ αἰτιατικὴ καὶ ἡ κλητικὴ τοῦ ἑνικοῦ ἀριθμοῦ ὅλων τῶν ὀνομάτων, ὅταν τονίζεται στὴ λήγουσα, παίρνει ὀξεία.
    ε. Τὰ οὐσιαστικὰ, τὰ ἐπίθετα καὶ οἱ αντωνυμίες παίρνουν στὴ λήγουσα ὀξεία. Ἐξαιροῦνται:
        (1) Τὰ οὐσιαστικά: γῆ, φῶς, πᾶν, πλοῦς, ροῦς.
        (2) Οἱ ἀντωνυμίες: ἐμεῖς, ἐμᾶς, μᾶς, ἐσεῖς, ἐσᾶς, σᾶς.
        (3) Τὸ ἀριθμητικό: τρεῖς.
        (4) Οἱ πληθυντικοὶ σέ: (-εῖς)
        (5) Τὰ κύρια ὀνόματα προσώπων: Ἰησοῦς, Ἀθηνᾶ, Ναυσικᾶ, Ἀπελλῆς, Ἑρμῆς, Ἡρακλῆς, Θαλῆς, Θεμιστοκλῆς, Μωυσῆς, Περικλῆς κλπ.
    στ. Τὰ νεοελληνικὰ βαφτιστικὰ ὀνόματα καὶ τὰ οἰκογενειακὰ ὀνόματα, ποὺ τελειώνουν σὲ (-ης), ὅταν τονίζωνται στὴ λήγουσα, παίρνουν ὀξεία.
    ζ. Τὰ ὀνόματα τόπων, ποὺ τελειώνουν σὲ (-ας), ὅταν τονίζωνται στὴ λήγουσα, παίρνουν ὀξεία.
    η. Στὰ δίχρονα α, ι, υ στὴν παραλήγουσα τῶν οὐσιαστικῶν καὶ τῶν ἐπιθέτων βάζουμε πάντοτε ὀξεία.
5. Ποῦ βάζουμε περισπωμένη.
    α. Στὴ μακρόχρονη παραλήγουσα βάζουμε περισπωμένη, ὅταν ἡ λήγουσα εἶναι βραχύχρονη. Ἐξαιροῦνται τὰ σύνθετα: ὥστε, οὔτε, μήτε, εἴτε, εἴθε, ἤτοι.
    β. Ἡ μακρόχρονη γενικὴ τοῦ ἑνικοῦ καὶ τοῦ πληθυντικοῦ ἀριθμοῦ οὐσιαστικῶν καὶ ἐπιθέτων, ὅταν τονίζεται στὴ λήγουσα, παίρνει περισπωμένη.
    γ. Τὰ βαφτιστικὰ καὶ οἰκογενειακὰ ὀνόματα, ποὺ τελειώνουν σὲ (-ας), ὅταν τονίζωνται στὴ λήγουσα, παίρνουν περισπωμένη.
    δ. Τὰ οὐδέτερα σὲ (-ος) στὴ γενικὴ τοῦ πληθυντικοῦ τονίζονται στὴ λήγουσα καὶ παίρνουν περισπωμένη.
    ε. Ἡ μακρόχρονη λήγουσα τῶν ρημάτων, ὅταν τονίζεται παίρνει περισπωμένη.
    στ. Στὰ ρήματα ἡ λήγουσα σὲ (-α), ὅταν τονίζεται, εἶναι μακρόχρονη καὶ παίρνει περισπωμένη.
    ζ. Ἡ μακρόχρονη λήγουσα τῶν ἐπιρρημάτων παίρνει περισπωμένη. Ἐξαιροῦνται τὸ πού, πώς, καθώς, μή, εἰδεμή, παμψηφεί.
6. Ποῦ βάζουμε βαρεία
    α. Στὴ λήγουσα καὶ στὴ θέση τῆς ὀξείας, ὅταν δὲν ἀκολουθῆ σημεῖο στίξης ἤ ὅταν ἡ λέξη, ποὺ ἀκολουθεῖ, δὲν ἐγκλίνεται.
        Ἐγκλιτικὲς λέξεις ἤ εγκλιτικά.
        Μονοσύλλαβες λέξεις ποὺ προφέρονται τόσο στενὰ μὲ τὴν προηγούμενή τους λέξη, ὥστε φαίνονται σὰν μιὰ λέξη. Γι' αὐτὸ ὁ τόνος τους, χάνεται ἤ μεταβιβάζεται στὴ λήγουσα τῆς προηγούμενης λέξης. Οἱ μονοσύλλαβοι τύποι τῆς προσωπικῆς αντωνυμίας: μοῦ-μὲ-μᾶς, σοῦ-σὲ-σᾶς, τοῦ-τὸν-τὴν, τὸ-τῶν-τοὺς, τὶς-τὲς-τὰ, τος-τοι, εἶναι οἱ πιὸ συχνές εγκλιτικὲς λέξεις.
    β. Παίρνει πάντα βαρεία, ἀκόμη καὶ ὅταν ἀκολουθῆ κόμμα, τὸ αἰτιολογικὸ γιατὶ (διότι). Ὀξεία θέλει τὸ ἐρωτηματικὸ γιατί (γιὰ ποιὸ λόγο).
    γ. Τὸ μὰ μὲ βαρεία σημαίνει ἀλλά. Το μά με ὀξεία εἶναι ὁρκωτό (μά τὴν ἀλήθεια).
    δ. Τὸ γιὰ μὲ βαρεία εἶναι πρόθεση. Τὸ γιά μὲ ὀξεία εἶναι προτρεπτικὸ μόριο (γιά ἔλα κοντά).
    ε. Τὸ νὰ μὲ βαρεία εἶναι σύνδεσμος. Τὸ νά μὲ ὀξεία εἶναι δεικτικὸ μόριο (νά ὁ Στέλιος).
    στ. Τὸ ποῦ μὲ περισπωμένη σημαίνει σὲ ποιὸ μέρος. Ἐπίσης γράφουμε: ἀργὰ καὶ ποῦ, ποῦ καὶ ποῦ. Τὸ πῶς μὲ περισπωμένη σημαίνει μὲ ποιὸ τρόπο. Ἐπίσης γράφουμε: πῶς καὶ πῶς. Σὲ ὅλες τὶς ἄλλες περιπτώσεις τὸ που καὶ τὸ πως παίρνουν βαρείαποὺ, πὼς.

ΤΑ ΠΝΕΥΜΑΤΑ
7. Τὰ πνεύματα
    α. Οἱ περισσότερες λέξεις παίρνουν ψιλή.
    β. Δασεία παίρνουν:
        (1) Ὅλες οἱ λέξεις ποὺ ἀρχίζουν ἀπὸ ὕψιλο (υ).
        (2) Τὰ ἄρθρα: ὁ, ἡ, οἱ.
        (3) Ἡ ἄτονη λέξη: ὡς.
        (4) Τὰ ἀριθμητικά: ἕνας, ἕνα, ἕξι, ἑφτά, ἕντεκα, ἑκατό, ἑκατομμύριο καὶ ὅσες λέξεις γίνονται ἀπό αὐτά (ἑνικός, ἑβδομάδα, ἑξήντα, ἑξακόσια κλπ).
        (5) Οἱ ἑξῆς συνηθέστερες λέξεις:

Α
Ε
Η
Ι
Ο
Υ
Ω
ἁβρός
ἑαυτός
ἥβη
ἱδρύω
ὁδηγός
Υἱοθετῶ
ὡς
ἅγιος
ἕβδομος
ἡγεμόνας
ἱδρώτας
ὁδός
Υἱοθεσία
ὥρα
ἁγνός
Ἕβρος
ἡγούμενος
ἱερός
Ὁλλανδία
Υἱοθέτηση
ὡρολόγι
Ἅδης
ἑδώλιο
ἡδονή
Ἱερουσαλήμ
ὁλόκληρος

ὡροδείκτης
ἀδρός
ἕδρα
ἡλικία
ἱκανός
ὅλος

ὡραῖος
αἷμα
εἵλωτας
ἥλιος
ἱκετεύω
ὁμάδα

ὥριμος
Αἷμος
εἱμαρμένη
ἡμέρα
ἱμάτιο
ὁμαλός

ὥστε
αἵρεση
εἱρκτή
ἥμερος
ἱππικό
ὅμηρος


αἱρετός
εἱρμός
ἡμεδαπός
Ἱποκράτης
Ὅμηρος


ἁλάτι
Ἑκάβη
ἡμι-
ἱππότης
ὁμιλία


Ἁλιάκμονας
Ἑκάτη
ἡνίοχος
ἱστορία
ὅμιλος


ἁλιεία
Ἕκτορας
ἥπατα
ἱστός
ὁμίχλη


Ἁλικαρνασσός
Ἑλένη
Ἥρα

ὅμοιος


ἁλίπαστος
ἕλικας
Ἡρακλῆς

ὅμως


ἁλίπεδο
Ἑλικώνας
Ἡρόδοτος

ὅπλο


ἅλμα
ἕλκος
ἥρωας

ὅποιος


Ἁλόνησος
ἑλκύω
Ἡσίοδος

ὁποῖος


ἁλτῆρες
Ἕλλη
ἥσυχος

ὁπότε


ἁλυκή
Ἕλληνας
ἥττα

ὅπου


ἁλυσσίδα
ἕλος
Ἥφαιστος

ὅπως


ἁλώνι
ἑνώνω


ὅραση


ἅλωση
ἑξῆς


ὁρίζω


ἅμα
ἕρμαιο


ὅριο


ἁμάξι
ἑρμηνεύω


ὅρκος


ἁμαρτάνω
Ἑρμῆς


ὅρμος


ἅμιλλα
Ἑρμιόνη


ὁρμῶ


ἁπαλός
ἕρπω


ὅρος (ὁ)


ἁπλός
ἑσμός


ὅσιος


ἅρμα
ἑσπερινός


ὅσος


ἅρμη
ἑστία


ὅταν


ἁρμόζω
ἑστιατόριο


ὅτι


ἁρμός
ἑταῖρος


ὅ,τι


ἁρπάζω
ἕτοιμος





ἁφή
εὑρετήριο





ἁψίδα






ἁψίθυμος







ΤΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ
8. Οἱ καταλήξεις τῶν ἀρσενικῶν

Κατάληξη
Ἐξαιρέσεις
-ης

-ος

-ές

-ώτης καὶ ιώτης
ἀγρότης, δημότης, ἐξωμότης, ἱππότης, συνωμότης, τοξότης
-ητής
ἱδρυτής, κριτής, μηνυτής καὶ τὰ ἐθνικά: Λιβαδίτης κλπ
-ώνας
ἀλαζόνας, ἡγεμόνας, κανόνας, Μακεδόνας, Στρυμόνας, συνδαιτυμόνας
-ονας
ἄμβωνας, σίφωνας
-ωνας (κύρια καὶ εθνικά)
Ἀγαμέμνονας, Ἀλιάκμονας, Ἰάσονας, Φιλήμονας, Ἀρίονας, Ἀμφικτύονας
ηρας καὶ -τήρας
μάρτυρας
-ίδης (κύρια ἀρχαῖα)
Ἀριστείδης, Ἀρχιμήδης, Ἀτρείδης, Διομήδης, Ἡρακλείδης, Παλαμήδης κλπ
-ειός (κύρια ποταμῶν)
Ἀξιός
-οι

-ορας

-ιος (κύρια)
Ἄρειος, Βασίλειος, Ἡράκλειος κλπ
9. Οἱ καταλήξεις τῶν θηλυκῶν

Κατάληξη
Ἐξαιρέσεις
-η

-ισσα
Λάρισα
-ίδα

-ελα καὶ -έλα
βδέλλα, δικέλλα, θύελλα
-ότητα

-ος

-όνα
ἀρραβώνα, Αὐλώνα, Βαβυλώνα, λεγεώνα, Καλυδώνα, Σιδώνα, Σικυώνα, χελώνα
-ωνία (τοπονυμίες)
Ἐσθονία, Λεττονία, Παταγονία, Παφλαγονία, Σαξονία
-οσύνη

-εια

10. Οἱ καταλήξεις τῶν οὐδετέρων

Κατάληξη
Ἐξαιρέσεις
ήρι
κεφαλοτύρι, ψωμοτύρι
ήριο
μαρτύριο, χτίριο
-όνι
ἁλώνι, κυδώνι, κωθώνι, παραγώνι, ψώνι
ιμο, -ξιμο, -ψιμο

-ιο
ὑπόγειο, ἰσόγειο, ἀνώγειο
-ητό

-ίδι καὶ -ίμι
ἀσήμι, προζύμι, στενορύμι
ΤΑ ΕΠΙΘΕΤΑ
11. Οἱ καταλήξεις τῶν ἐπιθέτων

Κατάληξη
Ἐξαιρέσεις
-ικός
θηλυκός, δανεικός, γλυκός, λιβυκός, δεκελεικός, δαρεικός, Κεραμεικός
-ικος

-ένιος

-ερός

-ιμος
ἕτοιμος, ὀμώνυμος, ἑτερώνυμος, διάσημος, ἐπίσημος, ἄσχημος, περίφημος, ἀνώνυμος καὶ τὰ σύνθετα μὲ τὸ θυμός
-ινός
ὀρεινός, ἐλεεινός, ὑγιεινός, ταπεινός, παντοτεινός, φωτεινός, σκοτεινός, φθηνός
-ινος

-εῖος
γελοῖος, κρύος
-αιος καὶ -αῖος
νέος, ἄθεος
έος
κεφαλαῖος
-ηρός
ἁρμυρός, βλοσυρός, ἰσχυρός, ὀχυρός, βδελυρός
-ίσιος
ἐτήσιος, ἡμερήσιος, γνήσιος καὶ τὰ ἐθνικά Δωδεκανήσιος κλπ
-ωπός

-ιος
ἄδειος, τέλειος, βόρειος, ἐπιτήδειος, κυκλώπειος, πρόβειος, δάγκειος, ἐπικούρειος, Εὐκλείδειος, Πυθαγόρειος καὶ τὰ σύνθετα μὲ τὴ γῆ,
ἀλληλέγγυος, ὅμοιος καὶ τὰ σύνθετά του
12. Τὰ παραθετικὰ τῶν ἐπιθέτων
      Ἡ κατάληξη (-ότερος) καὶ (-ότατος) τοῦ συγκριτικοῦ καὶ ὑπερθετικοῦ βαθμοῦ τῶν επιθέτων γράφεται μὲ ὠμέγα (ω):
      α. Ὅταν ἡ προηγούμενη ἀπό τό (-ότερος) καὶ (-ότατος) συλλαβὴ εἶναι βραχύχρονη καὶ μετὰ από τὴ βραχύχρονη συλλαβὴ δὲν ὑπάρχουν δύο σύμφωνα ἤ διπλὸ σύμφωνο (ξ ἤ ψ).
      β. Ὅταν τὰ ἐπίθετα προέρχονται ἀπό ἀρχαῖες προθέσεις ἤ ἀπό ἐπιρρήματα: κατώτερος, ανώτερος κλπ.